πλουτίζω


πλουτίζω
(πλουτιδ) обогащаю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "πλουτίζω" в других словарях:

  • πλουτίζω — make wealthy pres subj act 1st sg πλουτίζω make wealthy pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίζω — πλουτίζω, πλούτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πλουτίζω — ΝΜΑ [πλούτος] κάνω κάποιον πλούσιο νεοελλ. γίνομαι πλούσιος, πλουταίνω αρχ. μέσ. πλουτίζομαι αποκτώ πλούτο, γίνομαι πλούσιος …   Dictionary of Greek

  • πλουτίζω — [ппутизо] р. обогащать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πλουτίζω — πλούτισα 1. μτβ., κάνω κάποιον πλούσιο: Και να σε πάρω ψυχογιό, βαριά να σε πλουτίσω (δημ. τραγ.). 2. γίνομαι πλούσιος, πλουταίνω: Όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο και πλουτίζουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πλουτίζεσθε — πλουτίζω make wealthy pres imperat mp 2nd pl πλουτίζω make wealthy pres ind mp 2nd pl πλουτίζω make wealthy imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίζετε — πλουτίζω make wealthy pres imperat act 2nd pl πλουτίζω make wealthy pres ind act 2nd pl πλουτίζω make wealthy imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίσει — πλουτίζω make wealthy aor subj act 3rd sg (epic) πλουτίζω make wealthy fut ind mid 2nd sg πλουτίζω make wealthy fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίσουσι — πλουτίζω make wealthy aor subj act 3rd pl (epic) πλουτίζω make wealthy fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πλουτίζω make wealthy fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίσουσιν — πλουτίζω make wealthy aor subj act 3rd pl (epic) πλουτίζω make wealthy fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πλουτίζω make wealthy fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλουτίσω — πλουτίζω make wealthy aor subj act 1st sg πλουτίζω make wealthy fut ind act 1st sg πλουτίζω make wealthy aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)